Σημείο ραφής πολιτισμών

Κωστή Τάλω Διπλωματούχου ξεναγού – ιδρυτή της ομάδας Αθηνολόγιο στο Facebook

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

Documento Media

https://epaper.documentonews.gr/article/282535842136325

Ville | Μαρμαρένιοικήποι

Θυμάμαι στο μουσείο του Βαθέος, αυτό το μουσείο που φαντάζει τόσο λίγο για το μεγαλείο των ευρημάτων που φιλοξενεί, ένα μικροσκοπικό κεφάλι της Αιγύπτιας θεάς του έρωτα, της Αθωρ, και ταξίδεψα πίσω στην Αίγυπτο σε δύσκολες εποχές που ευτυχώς μαλάκωσαν τότε που στα Δένδερα με συνοδεία αστυνομίας επισκεφτήκαμε τον εκπληκτικό ναό της θεάς και γίναμε μικροσκοπικά ξωτικά-κοινωνοί σε ένα παραμύθι όπου χανόμαστε σε ένα δάσος κιόνων που για κιονόκρανα έχουν την πολύχρωμη κεφαλή της Αθωρ με τα αγελαδινά αυτιά. Η Αθωρ, αυτή η πανέμορφη ιερή γελάδα με τα ανθρώπινα μάτια, λέγανε ότι δεν χαλούσε χατίρι στους ερωτευμένους. Την ίδια ακριβώς μορφή σε μικρογραφία κοιτάζω τώρα και τη νιώθω σαν να βρίσκεται στην παλάμη μου, να βρίσκει ανάχωμα τις γραμμές του χεριού. Οχι στην Αίγυπτο, αλλά στο μουσείο του Βαθέος. Μια κεφαλή που βρέθηκε στον ναό της Ηρας· κάποιος Αιγύπτιος μύστης πίστεψε σε εκείνη και ταξίδεψε έως τον ναό που ο σαμιακός μύθος λέει ότι είναι ο τόπος της γέννησής της, αλλά και τόπος της ιερογαμίας της με τον Δία. Μεγάλωνα διαβάζοντας αρχαιολογία και μέχρι να βρεθώ στο Ηραίο, που φλερτάρει τόσο έντονα με τους απέναντι τούς τόσο αγαπημένους και σαν ποτάμι στέλνει φερτά υλικά στις ακτές της Ιωνίας που διαφεντεύει η Αρτεμις, πίστευα ότι το Ηραίο είναι αυτή η μισοφαγωμένη χαροκαμένη κολόνα-θρηνωδός που ξώμεινε από 155 κολόνες και πέρασε νοσταλγικά τη ζωή της δείχνοντας σαν φάρος τον δρόμο στα πλοία. Αυτή ήταν η μοίρα των ναών-γιγάντων, ειδικά των τόσο αρχαίων σαν της Ηρας, όραμα του Πολυκράτη. Στην εποχή του μέτρου φάνταζαν γκροτέσκα φαραωνικά έργα τυράννων και αργότερα καταστράφηκαν από επιδρομείς και έγιναν λατομεία και χρόνο με τον χρόνο λιγόστευαν και από το άπλετο φως απέμενε πια μια ιαματική σκιά με σπινθήρες σαν πυγολαμπίδες. Ναός του Διός στο Μπάαλμπεκ, της Αρτέμιδος στην Εφεσο, του Αδριανού στην Κύζικο, του Απόλλωνα στα Δίδυμα, του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, τον οποίο ένας άλλος τύραννος, ο Πεισίστρατος ο νεότερος, από θαυμασμό για το μεγαλείο του Ηραίου ξεκίνησε να φτιάχνει και όταν η τυραννία έπεσε, το έργο του προκαλούσε γέλια για τη ματαιοδοξία των ανθρώπων που ήθελαν με το μέγεθος των ναών να φτάσουν στις κορυφές του Ολύμπου και εστεμμένοι να καθίσουν δίπλα στους θρόνους των βασιλέων του, του Διός και της Ηρας. Λένε ότι στη Σάμο έδωσαν το πρώτο τους φιλί και υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν και κάπως έτσι η μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων μεγάλωνε με ιστορίες για πόθους, μεταμορφώσεις και αντεκδικήσεις. Οταν μπήκα στο Ηραίο και πάτησα την ιερά οδό που ένωνε τον ναό με την αρχαία πόλη όπου είναι σήμερα το Πυθαγόρειο με το πανάρχαιο λιμάνι του σαν να έγινε ένα μαγικό κλικ μες στο καλειδοσκόπιο και η μέρα έγινε νύχτα. Εκείνη τη νύχτα εμφανίστηκε το πιο όμορφο και κόκκινο αυγουστιάτικο φεγγάρι όλων των εποχών να λούζει τον μοναδικό κίονα που βαστάζει σαν ιερό τοτέμ την υστεροφημία του ναού που μόνο το Αρτεμίσιο της Εφέσου έφτανε σε μεγαλοπρέπεια. Εκείνη τη νύχτα με πανσέληνο ξεκίνησα από το Πυθαγόρειο περπατώντας την ιερά οδό και εκατέρωθεν του δρόμου κούροι κολοσσοί λούζονταν στο φως της πανσελήνου. Εναν τέτοιο αναθηματικό κούρο, τον μεγαλύτερο της Ελλάδας, είδα στο μουσείο του Βαθέος – θυμάμαι το κεφάλι μου να φτάνει στον μηρό του. Φαντάστηκα δεκάδες τέτοιους ως άγρυπνους φρουρούς, καμωμένους στο όνομα της Ηρας, να μειδιούν μες στη νύχτα και το ένα χαμόγελο να διαδέχεται το άλλο. Οταν ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά στον ναό η ιερή πηγή – σαν κι αυτές των μαντείων, που ρέει μέσα σου και σε γεμίζει– εκβάλλει από τα μάτια σου. Ετσι το έζησα το Ηραίο γυρνώντας στο παρελθόν, αλλά και όταν βρέθηκα στο παρόν να περπατάω στο καλοκαιρινό λιοπύρι, να περνάω από το αντίγραφο του συντάγματος του Γενέλεω που κράτησε μια οικογένεια αθάνατη (πατέρα, μητέρα και παιδιά) και αντίκρισα τον κίονα, τα σπαρμένα αρχιτεκτονικά μέλη και το περίγραμμα του ναού, το συναίσθημα ενδυναμώθηκε. Γιατί στο παρόν ένιωθα αυτή την ενέργεια του παρελθόντος να με ψηλαφίζει και να ισορροπώ σε δύο κόσμους, με το ένα πόδι στον ένα βράχο τον τωρινό, με το άλλο στον βράχο τον παλιό που τον έχουν για ορόσημο και κουβαλάει τα χαράγματα των επιφανών και των τυχαίων περαστικών. Πέρα από τις πέτρες και τα απόνερα του Ιμβρασου ποταμού όπου η θεά γεννήθηκε σε μια λυγαριά και στα νερά του λουζόταν μοιάζει να ακούγονται παγόνια και κούκοι και μια μαγική φωνή να ψιθυρίζει με ντοπιολαλιά τα ανομολόγητα και τα άρρη τα, από τα οποία μόνο την κρούστα μπορείς να γευτείς· τα υπόλοιπα η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να τα ακούσει και αν τα άκουγε, δεν θα μπορούσε να τα επεξεργαστεί – όχι προτού δύσει ο ήλιος. Βρέθηκα και στο Αρτεμίσιο της Εφέσου, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, που και αυτό σήμερα επιζεί με μια μισοφαγωμένη κολόνα, μόνο που εκείνος ο ναός βυθίζεται στον βόρβορο της λήθης και μόνο ο πελαργός που φωλιάζει στην κολόνα κρατάει τη μνήμη ζωντανή. Το Ηραίο όμως αντέχει στο σήμερα· η δική του κολόνα προσπαθεί να θριαμβεύσει και να μιλήσει μέσα από το χαμένο ξόανο της θεάς που δεν έφτιαξαν χέρια ανθρώπων. Κάτι μεγάλο συνέβη εδώ στο Ηραίο και αν η κολόνα δεν αρκεί για να σου δείξει τον χαμένο δρόμο που από κακοτράχαλος έγινε βατός, τότε στο μουσείο του Βαθέος θα δεις τι έζησε το Ηραίο και γιατί είναι μια ξεχωριστή σελίδα στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. Εδώ σε αυτό τον τόπο όλος ο γνωστός τότε κόσμος πίστευε στη βασίλισσα των θεών και γέμιζε με πιστή σάρκα και ψυχή τις πέτρες του ναού της και όταν βλέπεις τι άφησαν πίσω τους θωρείς ολόκληρο τον κόσμο και τους μεγάλους του πολιτισμούς. Ταξιδεύεις από το Αιγαίο έως την Ασσυρία και από εκεί στην Αίγυπτο, τη Συροπαλαιστίνη, την Κύπρο. Οσα δεν είδες και πάντα ήθελες τα βλέπεις ως μικρά φυλαχτά, περιδέραια στο όνομα μιας θεάς. Το Ηραίο δεν είναι απλώς ένα μνημείο, είναι ένα σύμβολο του οικουμενικού πολιτισμού συγκρίσιμο μόνο με το μεγαλείο των Δελφών. Αυτή την αξία δεν την αντιλαμβάνονται πολλοί σήμερα – πλέον οι μύστες είναι λίγοι, θα άξιζε να είναι πολλοί, αρκεί να μπορούσαν να δούνε με τα μάτια που έχουν για ρεζέρβα όλο αυτό το πολυπολιτισμικό πλήθος με τα διαφορετικά του έθιμα, παραμύθια, τέχνες, ενδυμασίες να βρίσκουν κάτι κοινό, μια κοινή γλώσσα που δεν τους οδηγεί σε μια Βαβέλ. Την κατανοητή Ηρα που όταν γίνεται ακατανόητη είναι η πιο μαγική βασίλισσα και τον ναό της που ακόμη και στην πρόσφατη ιστορία λεηλατήθηκε και αυτή η λεηλασία τώρα έρχεται στο φως. Ισως αν οι θησαυροί που κλάπηκαν γυρίσουν πίσω, το βιβλίο του Ηραίου να αποκτήσει μια ακόμη σελίδα που όλοι θα θέλουν να διαβάζουν ξανά και ξανά. Εξάλλου πριν από τον ναό του Θεόδωρου και τον ναό του Ροίκου η ιστορία του Ηραίου χάνεται στον χρόνο, ταξιδεύει στα αρχέτυπα και συναντάει την αυγή, τότε που όλα ξεκινούσαν.

el-gr