Μην αποστρέφουμε το βλέμμα μας από τη βία της απλήρωτης εργασίας

Μια συζήτηση με τον ηθοποιό για την «Ελένη» του Ευριπίδη, τον πόλεμο, τη σύγκρουση ανάμεσα σε «είναι» και «φαίνεσθαι»

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Φρούντζο

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

Documento Media

https://epaper.documentonews.gr/article/282394108215557

Ville | Πρόσωπο

Η«Ελένη» του Ευριπίδη σε μετάφραση Παντελή Μπουκάλα και σκηνοθετική επίβλεψη Βασίλη Παπαβασιλείου είναι η φετινή πρόταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος που θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Με την ευκαιρία αυτή το Documento αναζήτησε τον Θέμη Πάνου, ο οποίος υποδύεται τον Μενέλαο, για να συζητήσει μαζί του σχετικά με τα ζητήματα που θέτει ο τραγικός ποιητής και πώς συγχρονίζονται με τη δύστηνη ζώσα πραγματικότητα. Πού κινείται η «Ελένη» του Ευριπίδη; Είναι ένα έργο που αποστρέφεται την τραγική πραγματικότητα, φωτίζοντας την επικράτεια της συμβατικής θεατρικής πραγματικότητας; Από τους ειδικούς χαρακτηρίζεται ως τραγικωμωδία ή κωμικοτραγικό έργο. Αυτό σημαίνει ότι η «Ελένη» έχει απολέσει κατά κάποιον τρόπο ένα μέρος των χαρακτηριστικών της τραγωδίας. Tο ίδιο το έργο διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης περιπετειώδους κωμωδίας όπου οι ήρωες προσπαθούν να δραπετεύσουν από κάποια απειλή. Καταρχάς υπάρχει η αναγνώριση των δύο βασικών ηρώων η οποία γίνεται με δυσκολία, κατά δεύτερον υπάρχει η χαρά της αναγνώρισης, ενώ στη συνέχεια αναφαίνονται τα εμπόδια που καλούνται να υπερπηδήσουν οι ήρωες για να φτάσουν στο ποθητό αποτέλεσμα. Η «Ελένη» προοιωνίζεται τα επόμενα θεατρικά είδη, στα οποία η αναγνώριση, η σύγχυση και η περιπέτεια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά. Η πρόθεση του Ευριπίδη δεν ήταν να γράψει μια κωμωδία, αλλά να μιλήσει για τη Σικελική Εκστρατεία και την καταστροφή του αθηναϊκού στόλου που είχε συμβεί ένα χρόνο πριν. Ποια είναι η θέση της Ελένης και του Μενέλαου στο έργο και πώς ο ποιητής αποτυπώνει τις σκέψεις του για τη θέση της γυναίκας σε συνθήκες πατριαρχικής κοινωνίας; Μπορώ ευκολότερα να μιλήσω για τον Μενέλαο. Η Ελένη είναι η μυθική Ελένη· ο Ευριπίδης προσπαθεί να την απελευθερώσει από τα βάρη της ομορφιάς της, του μύθου που κουβαλάει. Είναι μια γυναίκα η οποία δυστυχεί εξαιτίας της ομορφιάς της. Λέει «έχω πληρώσει πολλά κακά για την ομορφιά μου». Από την άλλη, είναι ο άνθρωπος που δίνει τις λύσεις στο έργο – δεν τις δίνει ο Μενέλαος. Είναι αυτή που καθοδηγεί τη λύση του δράματος. Αυτό είναι πολύ ρηξικέλευθο για εκείνη την εποχή. Η Ελένη σκέφτεται με τον τρόπο του ομηρικού Οδυσσέα. Και ο Μενέλαος; Είναι ένας ηγεμόνας, ένας άρχοντας, ένα σύμβολο εξουσίας, ο οποίος όμως τη στιγμή που τον βλέπουμε είναι ναυαγός. Είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτε, όπως λέει ο ίδιος. Δεν έχει να φάει ούτε να ντυθεί. Είναι πένης αλλά παραμένει φορέας της αλαζονείας της εξουσίας, δεν έχει αποτινάξει την αίσθηση της θέσης που είχε και έχει. Αν και είναι πένης και γυμνός, πεινάει, πηγαίνει να ζητιανέψει, αυτά δεν τον κάνουν σοφότερο. Μάλιστα γίνεται ακόμη πιο αλαζόνας. Λέει: «Εγώ που κατέστρεψα την Τροία είμαι ένα πολύ γνωστό όνομα, οπότε κανείς δεν θα αρνηθεί να μου δώσει φαγητό». Δεν απευθύνεται στο αίσθημα αλληλεγγύης των ανθρώπων αλλά επικαλείται το όνομά του, την εξουσία που είχε κάποτε. «Είμαι ο Τόνι Μπλερ. Δεν θα μου δώσετε φαγητό;». Η αίσθηση της εξουσίας είναι ανίκητη υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτό τουλάχιστον λέει ο Ευριπίδης. Ο Μενέλαος, παρά το γεγονός ότι είναι γυμνός, δεν απεκδύ εται των προνομίων που πηγάζουν από το αξίωμά του, του ενδύματος της εξουσίας του. Ταυτόχρονα βέβαια, όπως εμφανίζεται στην παράστασή μας, είναι ένας δειλός ο οποίος προσπαθεί να ξεφύγει με χίλιους τρόπους. Ποια είναι η υφολογική προσέγγιση του Βασίλη Παπαβασιλείου; Είναι η υλοποίηση της επιθυμίας να επικοινωνηθεί ένα πολύ κεντρικό σημείο της φιλοσοφίας του ίδιου: το θέατρο είναι αφορμή για συνάντηση, είναι πρόκληση για ένα ραντεβού με τον θεατή. Οπότε το ύφος είναι της άμεσης επικοινωνίας. Μιλάμε απευθείας στο κοινό, παίζουμε κατά μέτωπο, η απεύθυνσή μας είναι προς τον κόσμο, θέλουμε να έρθει ο κόσμος προς εμάς κι εμείς τον πλησιάζουμε. Είναι ένας ευφρόσυνος τρόπος, εξωστρεφής. Μια από τις βασικές θεματικές της «Ελένης» είναι η σύγκρουση του «είναι» και του «φαίνεσθαι». Οτιδήποτε μοιάζει αληθινό είναι ψεύτικο και τούμπαλιν. Πόσο βρίσκει εφαρμογή στον καιρό μας αυτό το σχήμα με την κυριαρχία του ψηφιακού κόσμου πάνω στον πραγματικό; Νομίζω ότι αυτό πάντα υπήρχε στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ας αναλογιστούμε ότι κάποτε οι άνθρωποι απέδιδαν τα φυσικά φαινόμενα σε θεότητες. Με την τεχνολογία βέβαια αυτό έχει ενταθεί, διότι αφενός η ισχύς της πληροφορίας είναι τρομακτική, αφετέρου έχει συρρικνωθεί η κριτική μας ικανότητα. Δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει το αληθινό από το ψεύτικο. Το ζήσαμε όλοι και στην περίπτωση της πανδημίας. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία απέραντης σύγχυσης και ο κόσμος να γίνεται ακόμη πιο ακατανόητος για μας ή να χάνει το νόημά του. Οπότε για να μη μας διαφεύγει η πραγματικότητα χρειάζεται πολύς μόχθος και άλλα τόσα εργαλεία – απαιτείται κριτική σκέψη… πολιτική σκέψη. Αν όμως συνομολογήσουμε ότι πρέπει να αλλάξουμε την πραγματικότητα προς όφελος των πολλών, πώς θα συνταχθούμε στον ίδιο σκοπό όταν καθένας από εμάς εκλαμβάνει διαφορετικές καταστάσεις για πραγματικότητα; Αυτό φαίνεται ότι έχει λογική βάση, ωστόσο οι λαοί ξέρουν την πραγματικότητά τους. Ενας άνθρωπος που δεν έχει νερό στην Αφρική αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της λειψυδρίας. Ενας εργαζόμενος του οποίου τα χρήματα δεν επαρκούν για να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητό του επειδή είναι πανάκριβη αναγνωρίζει ποια είναι η πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Αυτό ωστόσο δεν συμβαίνει όταν αναζητούμε την αιτία της κακοδαιμονίας. Θα συμβεί αυτό όταν καταλήξουμε προς όφελος ποιου θα αλλάξει. Θα αλλάξει για το δικό μας όφελος που υφιστάμεθα τις συνέπειες της συγκεκριμένης πραγματικότητας ή για τον άλλο που κερδίζει από αυτή την πραγματικότητα; Γιατί κάποιος κερδίζει. Τώρα που μιλάμε κάποιος κερδίζει από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο Ευριπίδης αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως πρόξενο συμφορών, δυστυχιών για τον άνθρωπο. Ομως εμείς δεν ακούμε τους ποιητές και παγιδευόμαστε με ευκολία σε εθνικιστικά και πολεμοκάπηλα σχήματα. Εάν μαθαίναμε από τα σφάλματά μας ή αν διδασκόμασταν από την Ιστορία, ο κόσμος θα ήταν αλλιώς. Από την άλλη, αν η Ιστορία και η τέχνη μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, θα ήταν απαγορευμένες. Δεν μαθαίνει ο άνθρωπος. Το εσωτερικό του δαιμόνιο τον ωθεί να πιστεύει σε πράγματα πέρα από αυτά που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις του και επεξεργάζεται η συνείδησή του. Πιστεύει στους μάντεις, στην αστρολογία, την τηλεόραση… Στον πόλεμο όμως γιατί να πιστεύει; Επειδή κάποιοι έχουν κατασκευάσει μια πιστευτή απειλή. Σκεφτείτε ότι τόσο εμείς όσο και οι απέναντί μας οι Τούρκοι υποστηρίζουμε πως ο ένας αποτελεί απειλή για τον άλλο. Σε αυτήν τη συνθήκη δεν είναι δύσκολο να φανατίσεις κάποιους ανθρώπους μικρόνοες και δίχως πολιτικά κριτήρια. Αν μάλιστα τους έχεις εκπαιδεύσει συστηματικά για δεκαετίες ότι ο απέναντι μπορεί να τους πάρει το σπίτι – και τελικά το σπίτι έρχεται και το παίρνει η τράπεζα. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν είναι δύσκολο να πείσεις τον κόσμο ότι ο εχθρός είναι εκείνος που είναι μαύρος, μελαψός, ψηλός, κοντός, ξανθός. Το βλέπουμε να συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου οι πρόσφυγες εκλαμβάνονται ως απειλή. Ταυτόχρονα βέβαια αυτό που αποκρύπτεται είναι ότι αποτελούν μια χρυσή ευκαιρία για φτηνά εργατικά χέρια. Πώς τοποθετείστε απέναντι στην εξέλιξη της υπόθεσης Λιγνάδη και της λαϊκής αντίδρασης με τα πανό «Βιαστής είναι»; Η δική μου γνώμη δεν θα αλλάξει τίποτε. Θεωρώ ότι απλώς ανακυκλώνουμε ένα κλίμα. Αυτή η Δικαιοσύνη είναι φτιαγμένη για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του αστικού κράτους. Αν αλλάζαμε δικαστή, θα είχαμε άλλες αποφάσεις; Οχι. Αρα; Το περιεχόμενο της Δικαιοσύνης εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη πλευρά. Αν φύγει κάποιος υπουργός, οι αντεργατικοί νόμοι θα μετατραπούν σε φιλεργατικούς; Από την άλλη, θα ήθελα να δω πώς θα αντιδρούσε η κοινωνία αν σε κάποια παράσταση σηκωνόταν ένα πανό που ανέφερε «Ανασφάλιστοι είναι» ή «Απλήρωτοι είναι». Δεν ξέρω πώς θα μεταφραζόταν η οργή αυτού του κινήματος, αν γινόταν πιο διεκδικητικό σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την αξιοπρέπεια της εργασίας και της επιβίωσης. Φοβούμαι ότι δεν είναι εύκολο. Θα ευχόμουν να συμβεί, αλλά δεν ξέρω πώς. Ανεβαίνουν παραστάσεις όπου οι συνάδελφοι είναι απλήρωτοι ή δεν πληρώνονται τις πρόβες. Χρόνια γίνεται αυτό, δεν είναι καινούργιο. Αλλά το κοινό το στηρίζει. Πηγαίνει και βλέπει τις παραστάσεις. Αυτό πρέπει να μας προβληματίσει. Δεν πρέπει να αποστρέφουμε το βλέμμα μας από τη βία της απλήρωτης εργασίας.

el-gr