Η ανάδυση μιας νέας Κίνας

Η Ταϊβάν είναι μια εκκρεμότητα που παραμένει ανοιχτή από το 1949

Κωνσταντίνος Βενάκης

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

Documento Media

https://epaper.documentonews.gr/article/282063395733765

Doc | Νέαεστίαέντασης

Η φυγή του εθνικιστικού κόμματος Κουομιντάνγκ υπό τον Τσιανγκ Κάι Σεκ στην Ταϊβάν μπορεί να έδωσε τέλος στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο, όμως «η Ταϊβάν είναι μια ανοιχτή εκκρεμότητα του 1949», όπως ανέφερε στο Documento ο Ηλίας Γεωργαντάς, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος επίσης διατέλεσε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου το διάστημα 2009-10. Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου η Ταϊβάν επιχείρησε «να είναι το κράτος-νόμιμος διάδοχος της κρατικής οντότητας που υπήρχε πριν από την κατάκτηση της Κίνας από τους Ιάπωνες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Ωστόσο «μετά τη μυστική διπλωματία του Χένρι Κίσιντζερ το 1971, που οδήγησε στη λεγόμενη “διπλωματία του πινγκ πονγκ” και μετά στην ιστορική επίσκεψη Νίξον στο Πεκίνο το 1972, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1971 αναγνώρισε τη ΛΔ Κίνας ως τη νόμιμη Κίνα» και το 1979 οι ΗΠΑ του Τζίμι Κάρτερ «έκλεισαν την πρεσβεία τους στην Ταϊπέι και τη μετέφεραν στο Πεκίνο». Επιπλέον, ο καθηγητής υποστηρίζει πως «το ιστορικό και συμβολικό βάρος της εκκρεμότητας της Ταϊβάν είναι τόσο μεγάλο που θεωρώ αδύνατο για το Πεκίνο να εγκαταλείψει τις αξιώσεις που εγείρει έναντι του νησιού. Τη θεωρεί τμήμα της επικράτειας που δικαιωματικά του ανήκει. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι το κλείσιμο της εκκρεμότητας έχει κάποια συγκεκριμένη προθεσμία υλοποίησης. Αν και δεν αποκλείεται με αυτά που συμβαίνουν να εξαναγκαστεί να το κάνει». Η επίσκεψη Πελόζι Ως προς τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της επίσκεψης Πελόζι στην Ταϊβάν και αφού αποφεύχθηκαν τα χειρότερα, ο κ. Γεωργαντάς θεωρεί ότι «οι κρίσεις στα στενά της Ταϊβάν δεν είναι κάτι καινούργιο. Ηδη έχουν υπάρξει τρεις τέτοιες μεγάλες κρίσεις στο παρελθόν και δεν είναι απίθανο να πάμε σε μια τέταρτη μετά τη ριψοκίνδυνη απόφαση της Πελόζι». Ενώ εικάζει πως «η Πελόζι θέλει να αφήσει το δικό της διακριτό αποτύπωμα, μια δική της ιστορική παρακαταθήκη, και για να το κάνει αυτό θα πρέπει να βρει ένα θέμα ευρύτερου στρατηγικού ενδιαφέροντος για τις ΗΠΑ. Η Ταϊβάν είναι ένα τέτοιο θέμα». Εντούτοις «αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Η Πελόζι προσπαθεί να το κάνει σε μια στιγμή που ακριβώς το ίδιο πράγμα θέλει να κάνει ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ. Ο Σι δεν κρύβει την επιθυμία του να κατακτήσει μια θέση δίπλα στους άλλους δύο μεγάλους ηγέτες που σημάδεψαν τη μεταπολεμική Κίνα: τον Μάο Τσετούνγκ και τον Ντενγκ Σιάο Πινγκ». Αλλωστε, όπως έχει ήδη γραφτεί στον διεθνή Τύπο, «την ερχόμενη άνοιξη θα επιδιώξει, κατά παράβαση των εθιμικών κανόνων του ΚΚΚ, μια τρίτη θητεία. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το να θελήσει να συνδέσει το όνομά του με την επίλυση της ιστορικής εκκρεμότητας της Ταϊβάν. Το θέμα είναι αν θα αποφασίσει να το επιλύσει με ειρηνικό τρόπο. Πάντως αυτό που είναι ανησυχητικό είναι ότι περνάμε μια δύσκολη περίοδο καθώς η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στερείται σαφήνειας». Ουκρανία και Ταϊβάν Ο καθηγητής Γεωργαντάς, βέβαια, ανησυχεί επίσης επειδή «λόγω του πολέμου στην Ουκρανία το διεθνές σκηνικό ρευστοποιείται και ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων συστηματοποιείται ως λύση προσφιλής στη Δύση». Μάλιστα ο πόλεμος επηρέασε την κοινή γνώμη στην Ταϊβάν, δημιουργώντας «εύλογους παραλληλισμούς, ενώ η κινεζοφοβία ενισχύθηκε». Η τελευταία όμως «στην Ταϊβάν πάντα πρέπει να συνεκτιμάται με εκείνες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να μείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας με τους ομοεθνείς της ηπειρωτικής Κίνας και το Πεκίνο». Είναι ιμπεριαλιστική δύναμη; Οσον αφορά την κινεζική οικονομική διείσδυση σε κάθε απίθανη γωνιά του πλανήτη, ο κ. Γεωργαντάς αναφέρει πως «είναι επιπό λαιο να αποδώσουμε στην κινεζική επέκταση ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Ομως θα ήταν εξίσου αφελές να διαφύγει της προσοχής μας ένας έντονος νεομερκαντιλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά, ο οποίος όμως δεν είναι καθόλου ξένος για την Ευρώπη ιστορικά. Αλλωστε η ίδια η Κίνα ήταν κατά τον “αιώνα της ταπείνωσης” ένα από τα μεγαλύτερα θύματα της ευρωπαϊκής οικονομικής εκμετάλλευσης». «Το κατά πόσο αυτός ο μερκαντιλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά θα μετεξελιχθεί σε ιμπεριαλισμό είναι κάτι που μένει να το δούμε. Πάντως το ΚΚΚ στη διάρκεια της σινο-σοβιετικής ρήξης κατηγορούσε για ιμπεριαλισμό την ίδια τη Σοβιετική Ενωση. Οπως συνέβαινε και στον ευρωπαϊκό μερκαντιλισμό, έτσι και τώρα η Κίνα προσπαθεί να εξασφαλίσει δύο πράγματα: αγορές στις οποίες θα διοχετεύει τα προϊόντα της και αγορές από τις οποίες θα προμηθεύεται τις πρώτες ύλες και τα υλικά που απαιτούνται για τα προϊόντα της». Σε αυτό το πλαίσιο «η Ταϊβάν αποτελεί κεντρικής σημασίας τεχνολογικό τμήμα αυτού του πυκνού εμπορικού δικτύου που στηρίζει την κινεζική συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά η σημασία της δεν εξαντλείται σε αυτό. Ωστόσο κατέχει σημαντική θέση στον παγκόσμιο τεχνολογικό καταμερισμό της εργασίας, που την καθιστά στρατηγικό τεχνολογικό προμηθευτή της Κίνας. Αυτό είναι που τη διαφοροποιεί τόσο από χώρες στις οποίες η Κίνα επεκτείνεται για να εξασφαλίσει πλουτοπαραγωγικούς πόρους (π.χ. στην Αφρική) όσο και από χώρες που την ενδιαφέρουν είτε λόγω των αγορών τους (π.χ. Ευρώπη) ή της στρατηγικής θέσης που κατέχουν (π.χ. Βαλκάνια) λόγω της γειτνίασής τους με τις αγορές αυτές».

el-gr