Χρονιά-ρεκόρ το 2021 για την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια

Προβληματισμός για τις επιδόσεις του 2022, ειδικά για τις μικρότερες μονάδες, εξαιτίας της αύξησης του κόστους παραγωγής κατά 25%

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

2022-08-07T07:00:00.0000000Z

Documento Media

https://epaper.documentonews.gr/article/281981791355141

Doc | Επιχειρήσεις

Καλή χρονιά στάθηκε το 2021 για την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια, καθώς έγινε η χρονιά με τις υψηλότερες πωλήσεις της δεκαετίας. Είναι αμφίβολο όμως αν και το 2022 θα είναι εξίσου καλό, δεδομένης της μεγάλης αύξησης του κόστους των ιχθυοτροφών που προκάλεσε μια αναλογικά μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής κατά 25%. Οπως αναφέρει η 8η Ετήσια Εκθεση Υδατοκαλλιέργειας που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ) παρουσιάζοντας τις εξελίξεις για τη χρονιά που πέρασε, το 2021 ο κλάδος των ελληνικών ψαριών κατέγραψε ρεκόρ πωλήσεων, επωφελούμενος από τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων και την αποκατάσταση της λειτουργίας της αγοράς κυρίως στους τομείς της εστίασης και του τουρισμού, που δημιούργησαν αυξημένη ζήτηση στην κατανάλωση εκτός σπιτιού. Ανοδικές τάσεις Αναλυτικότερα, το 2021 οι πωλήσεις ψαριών ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας ανήλθαν στους 131.250 τόνους και σε αξία στα 636 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 7% ως προς τον όγκο και 10% ως προς την αξία πωλήσεων σε σχέση με το 2020. Η τσιπούρα και το λαβράκι εξακολούθησαν να αντιπροσωπεύουν το 96% των πωλήσεων του κλάδου, ενώ το υπόλοιπο 4% μοιράστηκαν όλα τα υπόλοιπα είδη. Η εκτίμηση για το 2022 είναι πως η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού θα παρουσιάσει αύξηση τουλάχιστον 2% και θα ξεπεράσει τους 127.000 τόνους. Αντίστοιχα ισχυρή παρέμεινε η εξωστρέφεια του κλάδου, με το 80% της παραγωγής να έχει διατεθεί σε αγορές εκτός Ελλάδας και το υπόλοιπο 20% στην εγχώρια αγορά. Το 2021 καταγράφηκαν εξαγωγές τσιπούρας και λαβρακιού σε 40 χώρες διεθνώς, ενώ κυριότερες αγορές παρέμειναν η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία, καθώς και οι τρεις μαζί απορρόφησαν το 58% της ελληνικής παραγωγής. Χάνει έδαφος Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση της παραγωγής της Τουρκίας, που έχοντας χαμηλότερο κόστος παραγωγής κατόρθωσε να αυξήσει το μερίδιό της στο 46% του συνόλου της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας έναντι του 20% της Ελλάδας (μειωμένου από 26% το 2020), οι μέσες τιμές και για τα δύο κύρια είδη εμπορίας βελτιώθηκαν το 2021 (+1,5% τσιπούρα, +6% λαβράκι), με σημαντικές θετικές επιπτώσεις για την πλειονότητα των επιχειρήσεων του κλάδου. Σύμφωνα με τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία πωλήσεων, η τάση αυτή αναμένεται να διατηρηθεί και το 2022. Οπως όμως και οι άλλοι κλάδοι της ελληνικής ζωικής παραγωγής, έτσι και η ιχθυοκαλλιέργεια, αρχής γενομένης από το δεύτερο εξάμηνο του 2021, άρχισε να επιβαρύνεται από τον υψηλό πληθωρισμό που έφερε σημαντικές ανατιμήσεις σε όλα τα κόστη της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή στις ιχθυοτροφές, στην ενέργεια, στο υγρό οξυγόνο, στα υλικά συσκευασίας και στο κόστος μεταφοράς, με αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους παραγωγής κατά 25%, σε επίπεδα δηλαδή που δεν είναι δυνατό να περάσουν στο σύνολό τους στην τιμή και πρέπει σε μεγάλο βαθμό να απορροφήσουν οι εταιρείες. Και κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ενδεχομένως οι Ισπανοί του ομίλου Avramar (που έχει συγκεντρώσει τους παραδοσιακούς μεγάλους παίκτες της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας: Νηρεύς, Σελόντα και Andromeda Seafood) και του Grupo Profand (που ελέγχει το 60% των Ιχθυοτροφείων Κεφαλονιάς), αλλά ίσως και η μόνη μεγάλη εταιρεία ελληνικών συμφερόντων Philosofish (πρώην Μπιτσάκος), οι τρεις δηλαδή μεγάλοι όμιλοι που έχουν τα δύο τρίτα της ελληνικής παραγωγής, θα καταφέρουν να απορροφήσουν χωρίς σοβαρούς κραδασμούς το αυξημένο κόστος παραγωγής. Είναι όμως θέμα αν μπορούν να το κάνουν χωρίς να πιεστούν σε κρίσιμο βαθμό και οι 315 μικρότερες ελληνικές μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας που μοιράζονται το υπόλοιπο ένα τρίτο της ελληνικής παραγωγής.

el-gr